ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΕΙΟΥ ΕΛΛΗΝΩΝ ΗΘΟΠΟΙΩΝ ΣΤΗΝ ΑΠΟ 3/7/2020 ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΚΟΣΜΗΤΕΙΑΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΕΙΟΥ ΕΛΛΗΝΩΝ ΗΘΟΠΟΙΩΝ ΣΤΗΝ ΑΠΟ 3/7/2020 ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΚΟΣΜΗΤΕΙΑΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΑΘΗΝΩΝ

Με έκπληξη και απογοήτευση διαβάσαμε την ανακοίνωση της Κοσμητείας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΕΚΠΑ, η οποία στηρίζει την προσφυγή του ΠΕΣΥΘ κατά της ΚΥΑ ισοτίμησης των διπλωμάτων των ηθοποιών, επειδή δήθεν αυτή η ισοτίμηση προσβάλλει τα δικαιώματα των αποφοίτων των τμημάτων Θεατρολογίας.

Ξεκαθαρίζουμε ότι η εν λόγω Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ Β’ 3196/2-8-2018) δεν αφορά γενικά τη διαβάθμιση των σπουδών, αλλά την ισοτίμηση των διπλωμάτων δραματικών σχολών όσων αποφοίτων δεν είχαν προλάβει να τα ισοτιμήσουν με πτυχία ΤΕΙ μέχρι το 2003. Θυμίζουμε, για μια ακόμη φορά, πως το όργανο που παρείχε αυτήν την ισοτίμηση (ΙΤΕ) έκλεισε το 2003. Το αποτέλεσμα ήταν να υπάρχουν απόφοιτοι δύο ταχυτήτων, ακόμα και της ίδιας χρονιάς, κάποιοι εκ των οποίων είχαν ισοτιμημένα με ΤΕΙ πτυχία και κάποιοι όχι. Αυτή την αντισυνταγματική ανισονομία αποκατέστησε ο νόμος του 2017. Από το 2003 όμως και έπειτα, τα διπλώματα των ηθοποιών παραμένουν αδιαβάθμητα και «ισοδυναμούν» με Απολυτήριο Λυκείου, καθώς νόμος του 2001 έδωσε στα ΤΕΙ περιθώριο μέχρι το 2003 για να αλλάξουν το πρόγραμμα σπουδών τους ώστε να μετατραπούν σε ΑΤΕΙ.

Η ανακοίνωση της Κοσμητείας λοιπόν είναι ανακριβής, βασίζεται σε αναληθή στοιχεία και αποβλέπει καταφανώς στη δημιουργία ψευδών εντυπώσεων.

Είναι ιδιαίτερα λυπηρό σε μια δημοκρατική κοινωνία, που ομολογουμένως δοκιμάζεται από χρόνια οικονομική κρίση, ένας κλάδος εργαζομένων να στρέφεται ανθρωποφαγικά εναντίον ενός άλλου, κινούμενος μόνο από κοινωνικό αυτοματισμό. Το δίκαιο αίτημα αναγνώρισης του τίτλου σπουδών των αδειοδοτημένων και εγκεκριμένων από το ΥΠΠΟ δραματικών σχολών, για κανέναν λόγο δεν στρέφεται εναντίον άλλων εργαζόμενων, πολλώ δε μάλλον δεν συνιστά περιορισμό των δικαιωμάτων τους.

Για τον κλάδο μας, ένα μικρό μόνο μέρος του ζητήματος είναι τελικά το αν θα μπορούν απόφοιτοι δραματικών σχολών να διδάξουν στην εκπαίδευση. Άλλωστε για να γίνει αυτό, απαιτείται, πέραν του καλλιτεχνικού πτυχίου, οπωσδήποτε και παιδαγωγική επάρκεια. Η μη αναγνώριση των διπλωμάτων μας σημαίνει, κυρίως, ότι, επειδή ακριβώς ισοδυναμούν με απολυτήριο Λυκείου, οι ηθοποιοί δεν μπορούμε να κάνουμε μεταπτυχιακά στην ειδικότητά μας, ότι όσοι είμαστε κάτοχοι master ή PhD ξένων πανεπιστημίων (που μας δέχτηκαν είτε λόγω παράλληλης κατοχής πτυχίου άλλου γνωστικού αντικειμένου, είτε αναγνωρίζοντας τη χαώδη ελληνική πραγματικότητα), όταν επιστρέφουμε στην Ελλάδα, αυτά δεν αναγνωρίζονται, ότι στον ΟΑΕΔ επιδοτούμαστε αναλογικά λιγότερο, ότι εν τέλει οι εργασιακές μας απολαβές είναι μειωμένες. Ας σημειωθεί επιπλέον ότι, εκτός από τους ηθοποιούς, αυτό συμπαρασύρει και τους σκηνοθέτες, τους κινηματογραφιστές, τους χορευτές, τους χορογράφους, κλπ, όλους δηλαδή τους καλλιτέχνες των Παραστατικών Τεχνών που έχουν αδιαβάθμητους τίτλους σπουδών. Στη ζυγαριά, συνεπώς, μπαίνει από τη μια το μικρό πιθανό όφελος του κλάδου των θεατρολόγων, κι από την άλλη η ολέθρια απαξίωση και υποβάθμιση ενός πλήθους άλλων κλάδων!

Καταγγέλλουμε, λοιπόν, τη στάση της Κοσμητείας ως συντεχνιακή και άδικη, αφού, περιέργως πως, απαιτεί από έναν κλάδο να μην αιτηθεί αναγνώριση και διαβάθμιση των προσόντων του και να συναποδεχτεί τον παραλογισμό οι τριετείς πρακτικές σπουδές της Θεατρικής Τέχνης να ισοδυναμούν με προσόντα ανειδίκευτου εργάτη, μόνο και μόνο για να μην κινδυνεύσουν οι προσλήψεις ενός άλλου κλάδου στην εκπαίδευση.

Καλούμε την Κοσμητεία, και επ’ ευκαιρία και τον ΠΕΣΥΘ, που πρώτος προσέφυγε εναντίον της συγκεκριμένης ΚΥΑ, να σταθούν δίπλα μας στο πάγιο και δίκαιο αίτημα δημιουργίας ανώτατης βαθμίδας σπουδών στις Παραστατικές Τέχνες στα πρότυπα της Σχολής Καλών Τεχνών και να εγκαταλείψουν την σθεναρή και μακροχρόνια αντίθεσή τους σε οποιαδήποτε τέτοια προσπάθεια. Πρέπει να σημειωθεί, ότι οι όποιες αντίστοιχες υπάρχουσες πανεπιστημιακές δομές δέχονται φοιτητές μόνο μέσω των Πανελλήνιων εξετάσεων, γεγονός που δεν συνάδει με καλλιτεχνικές διαδικασίες.

Η κατάσταση αυτή, που δημιουργήθηκε με ευθύνη όλων των Κυβερνήσεων, εναντιώνεται τελικά στο ίδιο το πολίτευμά μας και την ισονομία. Το ίδιο το ΥΠΠΟ αναγνωρίζει τις δραματικές σχολές, διότι η πρακτική διδασκαλία της θεατρικής τέχνης μόνον εκεί προσφέρεται. Δεν συγκρούονται λοιπόν τα δικαιώματα των ηθοποιών και των αποφοίτων θεατρικών σπουδών. Έχουμε δικαίωμα, εφόσον με κρατική σφραγίδα λάβαμε πρακτική θεατρική εκπαίδευση και τιτλοφορούμαστε ηθοποιοί, να αναγνωριζόμαστε ως τέτοιοι, τόσο διεθνώς όσο και στη χώρα μας. Έχουμε δικαίωμα να διευρύνουμε κι εμείς τους ορίζοντές μας, να παρακολουθήσουμε μεταπτυχιακά, να εξελιχθούμε πάνω σε αυτό που σπουδάσαμε.

Γιατί, τελικά, αυτή η κατάσταση δεν υποτιμά απλώς έναν κλάδο, αλλά τον ίδιο τον Θεατρικό Πολιτισμό, αφού δεν αναγνωρίζει την πρακτική εκπαίδευση ως βασικό γενεσιουργό στοιχείο του θεάτρου.

Χωρίς θεατρική πράξη, ο «περί θεάτρου λόγος» στερείται νοήματος.

ΓΙΑ το ΔΣ του ΣΕΗ

Ο Πρόεδρος  Σπύρος Μπιμπίλας

Ο Γεν. Γραμματέας  Άρης Λάσκος